This is how your name and profile photo will appear on Panoramio if you connect this Google+ account.
You cannot switch to a different account later.
Learn more.
Goog morning from Hellas ( Greece ) Let's save our planet. "The sound of silence" Timma
Not selected for Google Earth or Google Maps after a second review [?]
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
«Δεν είναι πέτρες να σμιλέψεις
ούτε νήματα να πλέξεις,
οι λέξεις.
Με σπόρους μάλλον μοιάζουν
ή με αυγά που επωάζουν
ώσπου σ’ εκφράζουν!»
Αυτούς τους στίχους έγραψε
το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο
νέος ποιητής απ το Αγρίνιο.
Ουδέποτε εξέδωσε ποιήματα.
(το θεωρούσε ίσως περιττό)
Έτσι κι αλλιώς, μου έλεγε,
τους στίχους μου τους βλέπουν
σα να ναι μιας άλλης εποχής.
«Δε βλέπεις που στην εποχή μας
κανείς δε γράφει πλέον έτσι;»
μου έλεγε κατά λέξη.
Ούτε και άφησε χειρόγραφα
( ή δεν τα βρήκαν οι δικοί του
ή δεν τα θεώρησαν αξίας
ή πρόλαβε αυτός, ο ίδιος να τα κάψει.
Ποιος άραγε να ξέρει; )
Έχουν περάσει τριάντα τόσα χρόνια
από εκείνη την Παρασκευή
που νέος ποιητής, πάνω σε άσφαλτο,
άφησε τον τελευταίο του τον στίχο
από αδέσποτη σφαίρα, είπαν, λαβωμένος.
Δραπετεύω απ τον κόσμο, τα άψυχα τα πράγματα
σ έναν άλλον που ναι μόνο, όνειρα και θαύματα.
Τους καθρέφτες μην σκεπάζεις, γιατί θέλω να κρυφτώ
κι όποτε θα τους κοιτάζεις να σου λέω σ αγαπώ.
Τον καθρέφτη μας μη σπάζεις
γιατί είναι γρουσουζιά
τη ζωή σου δεν αλλάζεις
μοναχά με μια γροθιά.
Μαύρο φόρεμα μη βάλεις και δακρύζεις, δένομαι
με τ ανθρώπινα και πάλι, τόσο που θα φαίνομαι.
Στο καντήλι που ανάβεις, μες το φως αισθάνομαι
εγκλωβίζομαι κοντά του, θρέφομαι, δε χάνομαι.
Ήλθες και σκόρπισες παντού την παρουσία σου
κι απ τη γωνιά ξερίζωσες μια γλάστρα μοναξιά
Ήλθες και πλημμύρισε αρώματα το σπίτι
και στον εξώστη έχτισαν φωλιές τα χελιδόνια
Ο κήπος γέμισε φωνές, καθίσματα κι απλώστρες
φρεσκοπλυμένα λιάζονταν τα ρούχα, οι κουβέρτες.
Ο τέντζερης μαγείρεψε και πάλι για να φάμε
και τα βραδάκια που το φως θα σβήσουμε το νιώθω
στο πλάι μου, η ανάσα σου, με σιγουριά υπάρχει.
Ήλθες κι όμως δεν έπρεπε να ‘ρθεις έτσι που ήλθες, φτάνει;
Ήλθες σαν την Άνοιξη κι ανθίσανε χαμόγελα και χρώματα τα μάτια
Ήλθες και στα όνειρά μου γκρέμισες, της «λογικής» τους φράχτες
Ήλθες κι όμως δεν έπρεπε να ‘ρθεις έτσι που ήλθες, φτάνει;
Πάν Καρτσωνάκης
1978
Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη
βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί
Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί
Μον' να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να 'χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα 'ταν τιμή μου που 'χασα το γελαστό παιδί
Βασιλικιά μου αγάπη μ' αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ' αξέχαστο γελαστό παιδί
Οι λέξεις έχουν άρωμα και λογική δική τους
ακόμη κι όταν άλλαζε στο χρόνο η γραφή τους
Οι λέξεις έχουν μουσική που δίνει η φωνή μας
ο τόπος, η διάθεση και οι συνάνθρωποί μας.
Γι αυτό και όταν αγαπώ
και πω το σ αγαπάω
νιώθω αθάνατος κι εγώ
τον θάνατο νικάω
Οι λέξεις είναι μυτερά και δίκοπα μαχαίρια
που τα κρατά η γλώσσα μας αντί τα δυο μας χέρια
Γι αυτό μην πεις πως μ αγαπάς χωρίς να το πιστεύεις
γιατί αμάρτημα βαρύ καρδιές να τις παιδεύεις.
He vows
Every so often he vows to start a better life.
But when night comes with her own counsels,
with her compromises, and with her promises;
but when night comes with her own power
of the body that wants and demands, he returns,
forlorn, to the same fatal joy.
Konstantinos P. Kavafis
(1915)
Ομνύει
Ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της•
αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.
I went
I did not restrain myself.
I let go entirely and went.
To the pleasures that were half real
and half wheeling in my brain,
I went into the lit night.
And I drank of potent wines,
such as the valiant of voluptuousness
drink.
Konstantinos P. Kavafis
(1913)
Επήγα
Δεν εδεσμεύθηκα.
Τελείως αφέθηκα και επήγα.
Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
Κ' ήπια από δυνατά κρασιά,
καθώς που πίνουν
οι ανδρείοι της ηδονής.
Even if you cannot shape your life as you want it,
at least try this
as much as you can; do not debase it
in excessive contact with the world,
in the excessive movements and talk.
Do not debase it by taking it,
dragging it often and exposing it
to the daily folly
of relationships and associations,
until it becomes burdensome as an alien life.
Konstantinos P. Kavafis
(1913)
Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.
Che fece .... il gran rifiuto
To certain people there comes a day
when they must say the great Yes or the great No.
He who has the Yes ready within him
immediately reveals himself, and saying it he goes
against his honor and his own conviction.
He who refuses does not repent. Should he be asked again,
he would say no again. And yet that no --
the right no -- crushes him for the rest of his life.
Konstantinos P. Kavafis
(1901)
Che fece .... il gran rifiuto
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του.
Αν είχε χρώμα ο άνεμος
σάρκα τα όνειρά μου
και μονοπάτια το μυαλό
εγώ δεν θ΄ αγαπούσα.
Θα είχε σβήσει η φωτιά
που ζει στα σωθικά μου
και την ταΐζω όνειρα,
ελπίδες και στιχάκια.
Όμως ο άνεμος φωνή
μονάχα διαθέτει
και όνειρα η σάρκα μου
να τρώει μόνο ξέρει.
Μα το μυαλό μου αδιάβατο
θα παραμένει δάσος
κι εγώ χαμένος περπατώ
φωνάζω, γράφω, ψάχνω,
χαμογελώ, χειρονομώ,
ελπίζω κι αγαπάω.
Τάκης Καρτσωνάκης
Ιούνης 2009
Dreams
If the wind had colour
if my dreams had flesh
if my mind had paths
I would not love.
The fire that burns inside me
and I feed it with dreams,
hopes and rimes,
would have been out.
But the wind
has only voice
and my flesh
just eats the dreams.
But my mind still remains
an impassable forest
and I am lost, while I walk around
shout...write...search...
smile...gesture...
hope and love.
Comments (428)
Voices
Ideal and beloved voices of those who are dead, or of those who are lost to us like the dead.
Sometimes they speak to us in our dreams; sometimes in thought the mind hears them.
And with their sound for a moment return other sounds from the first poetry of our life -- like distant music that dies off in the night.
Konstantinos P. Kavafis (1904)
Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρα μας ομιλούνε• κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -- σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1904)
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου. Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού, και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα, σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά, ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα, οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά. Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά, έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν, τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν. Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν -- ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής, κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής -- τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης, και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει. Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
«Δεν είναι πέτρες να σμιλέψεις ούτε νήματα να πλέξεις, οι λέξεις. Με σπόρους μάλλον μοιάζουν ή με αυγά που επωάζουν ώσπου σ’ εκφράζουν!»
Αυτούς τους στίχους έγραψε το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο
νέος ποιητής απ το Αγρίνιο. Ουδέποτε εξέδωσε ποιήματα. (το θεωρούσε ίσως περιττό) Έτσι κι αλλιώς, μου έλεγε, τους στίχους μου τους βλέπουν σα να ναι μιας άλλης εποχής. «Δε βλέπεις που στην εποχή μας κανείς δε γράφει πλέον έτσι;» μου έλεγε κατά λέξη. Ούτε και άφησε χειρόγραφα ( ή δεν τα βρήκαν οι δικοί του ή δεν τα θεώρησαν αξίας ή πρόλαβε αυτός, ο ίδιος να τα κάψει. Ποιος άραγε να ξέρει; ) Έχουν περάσει τριάντα τόσα χρόνια από εκείνη την Παρασκευή που νέος ποιητής, πάνω σε άσφαλτο, άφησε τον τελευταίο του τον στίχο από αδέσποτη σφαίρα, είπαν, λαβωμένος.
Δραπετεύω απ τον κόσμο, τα άψυχα τα πράγματα σ έναν άλλον που ναι μόνο, όνειρα και θαύματα. Τους καθρέφτες μην σκεπάζεις, γιατί θέλω να κρυφτώ κι όποτε θα τους κοιτάζεις να σου λέω σ αγαπώ.
Τον καθρέφτη μας μη σπάζεις γιατί είναι γρουσουζιά τη ζωή σου δεν αλλάζεις μοναχά με μια γροθιά.
Μαύρο φόρεμα μη βάλεις και δακρύζεις, δένομαι με τ ανθρώπινα και πάλι, τόσο που θα φαίνομαι. Στο καντήλι που ανάβεις, μες το φως αισθάνομαι εγκλωβίζομαι κοντά του, θρέφομαι, δε χάνομαι.
Ήλθες και σκόρπισες παντού την παρουσία σου κι απ τη γωνιά ξερίζωσες μια γλάστρα μοναξιά Ήλθες και πλημμύρισε αρώματα το σπίτι και στον εξώστη έχτισαν φωλιές τα χελιδόνια Ο κήπος γέμισε φωνές, καθίσματα κι απλώστρες φρεσκοπλυμένα λιάζονταν τα ρούχα, οι κουβέρτες. Ο τέντζερης μαγείρεψε και πάλι για να φάμε και τα βραδάκια που το φως θα σβήσουμε το νιώθω στο πλάι μου, η ανάσα σου, με σιγουριά υπάρχει.
Ήλθες κι όμως δεν έπρεπε να ‘ρθεις έτσι που ήλθες, φτάνει;
Ήλθες σαν την Άνοιξη κι ανθίσανε χαμόγελα και χρώματα τα μάτια Ήλθες και στα όνειρά μου γκρέμισες, της «λογικής» τους φράχτες Ήλθες κι όμως δεν έπρεπε να ‘ρθεις έτσι που ήλθες, φτάνει; Πάν Καρτσωνάκης 1978
Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί
Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί
Μον' να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι και μόνον από βόλι Εγγλέζου να 'χε πάει κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή θα 'ταν τιμή μου που 'χασα το γελαστό παιδί
Βασιλικιά μου αγάπη μ' αγάπη θα στο λέω για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ δόξα τιμή στ' αξέχαστο γελαστό παιδί
Brendan Behan & Βασίλης Ρώτας . . . . Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Οι λέξεις έχουν άρωμα και λογική δική τους ακόμη κι όταν άλλαζε στο χρόνο η γραφή τους Οι λέξεις έχουν μουσική που δίνει η φωνή μας ο τόπος, η διάθεση και οι συνάνθρωποί μας.
Γι αυτό και όταν αγαπώ και πω το σ αγαπάω νιώθω αθάνατος κι εγώ τον θάνατο νικάω
Οι λέξεις είναι μυτερά και δίκοπα μαχαίρια που τα κρατά η γλώσσα μας αντί τα δυο μας χέρια Γι αυτό μην πεις πως μ αγαπάς χωρίς να το πιστεύεις γιατί αμάρτημα βαρύ καρδιές να τις παιδεύεις.
Πάν Καρτσωνάκης
He vows Every so often he vows to start a better life. But when night comes with her own counsels, with her compromises, and with her promises; but when night comes with her own power of the body that wants and demands, he returns, forlorn, to the same fatal joy.
Konstantinos P. Kavafis (1915)
Ομνύει Ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή. Αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με τες δικές της συμβουλές, με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της• αλλ' όταν έλθ' η νύχτα με την δική της δύναμι του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1915)
I went I did not restrain myself. I let go entirely and went. To the pleasures that were half real and half wheeling in my brain, I went into the lit night. And I drank of potent wines, such as the valiant of voluptuousness drink.
Konstantinos P. Kavafis (1913)
Επήγα
Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα και επήγα. Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν, επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα. Κ' ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1913)
Voices
Ideal and beloved voices of those who are dead, or of those who are lost to us like the dead.
Sometimes they speak to us in our dreams; sometimes in thought the mind hears them.
And with their sound for a moment return other sounds from the first poetry of our life -- like distant music that dies off in the night.
Konstantinos P. Kavafis
(1904)
Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρα μας ομιλούνε• κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας -- σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
(1904)
As much as you can
Even if you cannot shape your life as you want it, at least try this as much as you can; do not debase it in excessive contact with the world, in the excessive movements and talk.
Do not debase it by taking it, dragging it often and exposing it to the daily folly of relationships and associations, until it becomes burdensome as an alien life.
Konstantinos P. Kavafis
(1913) Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία, ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1913)
Όποιος είναι Έλληνας, ας υπογράψει εδώ να σωθεί ο ιερός τόπος!
Che fece .... il gran rifiuto To certain people there comes a day when they must say the great Yes or the great No. He who has the Yes ready within him immediately reveals himself, and saying it he goes
against his honor and his own conviction. He who refuses does not repent. Should he be asked again, he would say no again. And yet that no -- the right no -- crushes him for the rest of his life.
Konstantinos P. Kavafis (1901)
Che fece .... il gran rifiuto Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1901)
Όνειρα.
Αν είχε χρώμα ο άνεμος σάρκα τα όνειρά μου και μονοπάτια το μυαλό εγώ δεν θ΄ αγαπούσα.
Θα είχε σβήσει η φωτιά που ζει στα σωθικά μου και την ταΐζω όνειρα, ελπίδες και στιχάκια.
Όμως ο άνεμος φωνή μονάχα διαθέτει και όνειρα η σάρκα μου να τρώει μόνο ξέρει.
Μα το μυαλό μου αδιάβατο θα παραμένει δάσος κι εγώ χαμένος περπατώ φωνάζω, γράφω, ψάχνω, χαμογελώ, χειρονομώ, ελπίζω κι αγαπάω.
Τάκης Καρτσωνάκης Ιούνης 2009
Dreams
If the wind had colour if my dreams had flesh if my mind had paths
I would not love.
The fire that burns inside me and I feed it with dreams, hopes and rimes, would have been out. But the wind has only voice and my flesh just eats the dreams.
But my mind still remains an impassable forest and I am lost, while I walk around shout...write...search... smile...gesture... hope and love.
Voices
Ideal and beloved voices of those who are dead, or of those who are lost to us like the dead.
Sometimes they speak to us in our dreams; sometimes in thought the mind hears them.
And with their sound for a moment return other sounds from the first poetry of our life -- like distant music that dies off in the night.
Konstantinos P. Kavafis
(1904)
Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.
Κάποτε μες στα όνειρα μας ομιλούνε• κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.
Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας -- σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
(1904)
LikE11 & Favorite
very beautiful
like
greetings, Pedro M
Αξιοθαύμαστη φωτογραφία, αρέσει!
Very beautiful!L14!
Greetings fiala
Let me hand