Panoramio is closing. Learn how to back up your data.

The legendary bridge of Arta! (The legend says that the foundations of the bridge is haunted by the wife of architect ...)

From Wikipedia

The Bridge of Arta (Greek: Γεφύρι της Άρτας) is an old stone bridge that crosses the Arachthos river (Άραχθος) in the west of the city of Arta (Άρτα) in Greece. It has been rebuilt many times over the centuries, starting with Roman or perhaps older foundations; the current bridge is probably a 17th-century Ottoman construction. The folk ballad "The Bridge of Arta" tells a story of human sacrifice during its building. From the ballad, a number of Greek proverbs and customary expressions arose, associated with interminable delays, as in the text of the ballad: "All day they were building it, and in the night it would collapse."


According to the Epirote chronicler Panayiotis Aravantinos, the bridge was first built under the Roman Empire. Some traditions say it was rebuilt when Arta became capital of the Despotate of Epirus, possibly under Michael II Doukas (1230–1271). The current version is Ottoman, probably from 1602-1606 or perhaps 1613.[1] From 1881-1912, the highest point of the bridge was the border between the Ottoman Empire and the Kingdom of Greece.[1] Seraphim, the Archbishop of Arta, has noted that the bridge was built, according to some tradition, by an Artan grocer.


According to the folk ballad of the acritic songs family, 45 masons and 60 apprentices, under the leadership of the Head Builder, were building a bridge, but its foundations would collapse each night. Finally a bird with a human voice informed the Head Builder that, in order for the bridge to remain standing, he should sacrifice the first passer-by he saw. This turned out to be his wife. As she is being buried alive in the foundations of the construction, she curses the bridge to flutter like a leaf, and those who pass it to fall like leaves also. She is then reminded that her brother is abroad and might pass the bridge himself, so she changes her curses so as to become actual blessings: "As the tall mountains tremble, so shall the bridge tremble, and as the birds of prey fall, so shall passers fall".

Το δημοτικό τραγούδι:

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες: "Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας, ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται." Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι, δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι, παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα: "Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει, και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει. Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι: Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα, αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι. Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε: "Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα, γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα. Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του. Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει: "Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες, μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος; "Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα, και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;" "Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω, εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω." Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε, "Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη, παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. "Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας! Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες, η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι. Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι, κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε, πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει." Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει: "Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι, κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες, τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Show more
Show less

Photo details

  • Uploaded on August 24, 2012
  • © All Rights Reserved
    by makis-GREECE ®
    • Camera: Canon EOS 1000D
    • Taken on 2012/08/17 17:09:47
    • Exposure: 0.002s (1/640)
    • Focal Length: 18.00mm
    • F/Stop: f/6.300
    • ISO Speed: ISO200
    • Exposure Bias: 0.00 EV
    • No flash